Συχνές Ερωτήσεις - Επεμβατική Καρδιολογία

Με τον όρο επεμβατική καρδιολογία εννοούμε έναν εξειδικευμένο τομέα της καρδιολογίας που εστιάζει στη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση καρδιαγγειακών παθήσεων μέσω ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών. Βασίζεται στη χρήση καθετήρων —λεπτών, εύκαμπτων σωλήνων— που εισάγονται στο αγγειακό σύστημα του ασθενούς, συνήθως μέσω της κερκιδικής ή της μηριαίας αρτηρίας, και καθοδηγούνται μέχρι την καρδιά και τα μεγάλα αγγεία.

Η διαδικασία αυτή ονομάζεται καρδιακός καθετηριασμός και μπορεί να έχει διαγνωστικό χαρακτήρα, όπως στη στεφανιογραφία, όπου γίνεται απεικόνιση των στεφανιαίων αγγείων με σκιαγραφικό υλικό, ή και θεραπευτικό χαρακτήρα, όπως στην αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent για την άμεση αποκατάσταση της αιματικής ροής σε στενωμένες ή αποφραγμένες αρτηρίες.

Η επεμβατική καρδιολογία περιλαμβάνει επίσης σύγχρονες τεχνικές όπως η διαδερμική αντικατάσταση καρδιακών βαλβίδων (TAVI), η σύγκλειση μεσοκολπικών ελλειμμάτων ή ανοιχτού ωοειδούς τρήματος, η χρήση τεχνολογιών όπως IVUS (ενδοαγγειακό υπερηχογράφημα) και FFR (κλασματική εφεδρεία ροής), καθώς και η αντιμετώπιση δομικών καρδιοπαθειών.

Πρόκειται για έναν ταχέως εξελισσόμενο κλάδο της ιατρικής, που προσφέρει στους ασθενείς υψηλής ακρίβειας λύσεις με ελάχιστο χειρουργικό τραύμα, συντομότερη παραμονή στο νοσοκομείο και ταχύτερη ανάρρωση σε σύγκριση με τις παραδοσιακές χειρουργικές επεμβάσεις καρδιάς.

Η διαδικασία του καθετήρα αορτικής βαλβίδας, επίσης γνωστή ως TAVR ή TAVI (Transcatheter Aortic Valve Implantation), είναι μια επεμβατική διαδικασία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση σοβαρής στένωσης της αορτικής βαλβίδας. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ένας λεπτός καθετήρας εισάγεται μέσω ενός μικρού τομέα στο δέρμα και προχωρά μέσα από το αγγείο μέχρι την αορτή. Έπειτα, μια νέα βαλβίδα είτε εισάγεται μέσω του καθετήρα είτε αναπτύσσεται εκεί με χρήση ενός μπαλονιού. Η νέα βαλβίδα αντικαθιστά την παλαιά, στενωμένη βαλβίδα και επαναφέρει τη φυσιολογική ροή του αίματος στο σώμα.

Οι ασθενείς που χρειάζονται αυτήν τη διαδικασία είναι συνήθως άτομα με σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρά συμπτώματα όπως δύσπνοια, κόπωση, ή πόνο στο στήθος. Επίσης, ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για την καρδιοχειρουργική αντικατάσταση βαλβίδας λόγω υψηλού κινδύνου ή επιπλοκών μπορεί να είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για TAVR. Η διαδικασία αυτή προσφέρει μια εναλλακτική λύση που είναι λιγότερο επεμβατική και μπορεί να είναι ασφαλής για ορισμένους ασθενείς.

Η  διαδικασία αγγειοτομήματος ή αγγειοτομή, είναι μια επεμβατική διαδικασία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση αρτηριακών στενώσεων. Κατά τη διάρκεια της αγγειοτομής, ένας λεπτός καθετήρας εισάγεται στον παθητικό αρτηριακό κλάδο μέσω μιας μικρής τρύπας στο δέρμα και προχωρά προς το σημείο της στένωσης. Ένα μπαλόνι στην άκρη του καθετήρα φουσκώνει και επεκτείνει τον προβληματικό τομέα της αρτηρίας, επαναφέροντας τη φυσιολογική ροή του αίματος.

Η αγγειοτομή συνήθως εφαρμόζεται σε ασθενείς με αρτηριακή νόσο των κάτω άκρων (περιφερική αρτηριακή νόσο), στην καρδιακή αγγειοπάθεια, ή σε άλλες περιπτώσεις στενώσεων των αρτηριών. Είναι επίσης συνηθισμένη για την αντιμετώπιση της στένωσης των στεφανιαίων αρτηριών, καθώς και για την αντιμετώπιση της στενωτικής νόσου των καρωτίδων. Η αγγειοτομή είναι μια αποτελεσματική μέθοδος για τη βελτίωση της ροής του αίματος και την ανακούφιση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με τις αρτηριακές στενώσεις.

Οι επεμβατικές καρδιακές επεμβάσεις συνήθως είναι ασφαλείς, αλλά όπως κάθε ιατρική διαδικασία, υπάρχουν και κίνδυνοι και πιθανές επιπλοκές. Ορισμένοι από αυτούς τους κινδύνους και τις επιπλοκές μπορεί να περιλαμβάνουν:
  1. Ενδοκαρδιακή Λοίμωξη: Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ενδοκαρδιακής λοίμωξης κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε επέμβασης που απαιτεί τη διείσδυση του δέρματος ή την εισαγωγή καθετήρων ή άλλων μέσων στο εσωτερικό του καρδιακού συστήματος.
  2. Επιπλοκές στην Αρτηρία Διάστασης: Μπορεί να προκύψουν επιπλοκές όπως αρτηριακός εγκλεισμός, αρτηριακή ρήξη ή διάστρεμμα κατά τη διάρκεια της αγγειοπλαστικής ή της αγγειοτομής.
  3. Αλλεργικές Αντιδράσεις: Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν αλλεργικές αντιδράσεις στα υλικά που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της επέμβασης, όπως τα υλικά για την αντιμετώπιση των στενώσεων.
  4. Επιπλοκές Σε Ενδοκαρδιακές Συσκευές: Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ενδοκαρδιακές συσκευές όπως βηματοδότες ή ενδοκαρδιακές βαλβίδες μπορεί να προκαλέσουν επιπλοκές όπως μόλυνση ή μηχανική βλάβη.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι περιπτώσεις επιπλοκών είναι σχετικά σπάνιες και ότι οι οφέλη των επεμβάσεων συχνά υπερβαίνουν τους κινδύνους. Ωστόσο, οι ασθενείς πρέπει πάντα να συζητούν με τον γιατρό τους για τους κινδύνους και τις επιπλοκές που σχετίζονται με τις επεμβατικές καρδιακές επεμβάσεις πριν από την απόφαση για τη θεραπεία.
Η Επεμβατική Καρδιολογία και η Καρδιοχειρουργική διαφέρουν κατά κύριο λόγο στο ότι αποτελούν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τη θεραπεία καρδιακών παθήσεων. Αν και και οι δύο μέθοδοι στοχεύουν στην αντιμετώπιση των καρδιακών προβλημάτων, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην προσέγγιση και την εκτέλεση των επεμβάσεων.
  1. Επεμβατική Καρδιολογία:
    • Η επεμβατική καρδιολογία χρησιμοποιεί μικρούς καθετήρες και άλλα μικρά εργαλεία που εισάγονται στο σώμα από κάποιο αγγείο του χεριού ή του μηρού μέσω μιας μικρής οπής στο δέρμα.
    • Οι διαδικασίες που περιλαμβάνονται στην επεμβατική καρδιολογία περιλαμβάνουν την αγγειοπλαστική (μπαλονάκι-stent) και την αντικατάσταση βαλβίδων καρδιάς με τη χρήση καθετήρων.
    • Συνήθως, δεν απαιτείται μεγάλη επέμβαση και χρονικό διάστημα ανάρρωσης, και οι ασθενείς μπορούν να επιστρέψουν σύντομα στην καθημερινή τους ζωή.
  2. Καρδιοχειρουργική:
    • Η Καρδιοχειρουργική περιλαμβάνει την ανοιχτή χειρουργική επέμβαση στο στήθος, κατά την οποία γίνεται στερνοτομή ώστε να εξασφαλιστεί πρόσβαση στην καρδιά.
    • Οι επεμβάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν την αντικατάσταση ή επισκευή βαλβίδων καρδιάς, την παράκαμψη στενωμένων αγγείων (by-pass).
    • Η ανάρρωση μπορεί να είναι μακρύτερη και πιο απαιτητική σε σύγκριση με την επεμβατική καρδιολογία.
Εν κατακλείδι, η επεμβατική καρδιολογία συνήθως προτιμάται όταν είναι δυνατόν, λόγω της μικρότερης επέμβασης και της σύντομης ανάρρωσης, ενώ η καρδιοχειρουργική προσέγγιση είναι απαραίτητη για πολύ σοβαρές περιπτώσεις.
Η αποκατάσταση αρτηριακής ροής αποτελεί ένα βασικό στόχο στην επεμβατική καρδιολογία και έχει σημαντική σημασία για την υγεία του ασθενούς. Κατά τη διάρκεια των επεμβάσεων, η αποκατάσταση της αρτηριακής ροής επιτρέπει την επαναφορά της φυσιολογικής παροχής αίματος προς τον μυοκάρδιο και άλλα ιστάματα του σώματος. Αυτό έχει τα ακόλουθα οφέλη και σημασίες:
  1. Ανακούφιση Συμπτωμάτων: Η αποκατάσταση της φυσιολογικής αρτηριακής ροής μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα που σχετίζονται με την αρτηριακή ασθένεια, όπως πόνος στο στήθος ή δυσκολία αναπνοής.
  2. Πρόληψη Επιπλοκών: Η καλή αρτηριακή ροή μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών όπως ο καρδιακός επεισόδιο ή ο εγκεφαλικός επεισόδιο, βοηθώντας στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας.
  3. Βελτίωση της Καρδιαγγειακής Λειτουργίας: Η επαναφορά της φυσιολογικής αρτηριακής ροής βοηθάει στην αποκατάσταση της λειτουργίας της καρδιάς και των αγγείων, βελτιώνοντας την καρδιαγγειακή λειτουργία γενικά.
Συνολικά, η αποκατάσταση της αρτηριακής ροής είναι κρίσιμη στην επεμβατική καρδιολογία καθώς βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ασθενών και μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή νόσο.

Η Διαδικασία τοποθετημένου αγγειοσυστολικού αναπλαστικού είναι μια συνηθισμένη επέμβαση στην επεμβατική καρδιολογία που χρησιμοποιείται για τη διαστολή και ανοιχτή αρτηρία. Η διαδικασία περιλαμβάνει τα ακόλουθα βήματα:

  1. Εισαγωγή του Καθετήρα: Η επέμβαση ξεκινά με την εισαγωγή ενός λεπτού καθετήρα μέσα στο αρτηριακό σύστημα μέσω ενός μικρού τομήμα στο δέρμα.
  2. Τοποθέτηση του Αγγειοσυστολικού Αναπλαστικού: Αφού ο καθετήρας φτάσει στον προορισμό του στο εσωτερικό της αρτηρίας που θα ανοιχθεί, ένας μικρός αγγειοσυστολικός αναπλαστικός φουσκώνεται στο τέλος του καθετήρα. 
  3. Διαστολή της Αρτηρίας: Ο αγγειοσυστολικός αναπλαστικός φουσκώνεται με αέρα ή υγρό υλικό, ασκώντας πίεση στον τοίχο της αρτηρίας και διαστέλλοντας την στενωμένη περιοχή.
  4. Απομάκρυνση του Καθετήρα: Αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία, ο καθετήρας αφαιρείται από το σώμα.

Η επέμβαση με τον αγγειοσυστολικό αναπλαστικό συνήθως βοηθάει στην αποκατάσταση της φυσιολογικής αρτηριακής ροής σε περιπτώσεις αρτηριακής στένωσης και συμβάλλει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή νόσο.